Backdrop σημαίνει «φόντο» ή «σκηνικό». Είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται συχνά στο θέατρο ή τον κινηματογράφο για να περιγράψει το σκηνικό πίσω από τους ηθοποιούς.
Στο τραγούδι, οι Queen τη χρησιμοποιούν μεταφορικά για να περιγράψουν πώς το ραδιόφωνο κινδυνεύει να γίνει απλώς ένας αδιάφορος ήχος στο παρασκήνιο της ζωής των νέων, αντί να είναι το επίκεντρο της προσοχής. Είναι μια ενδιαφέρουσα λέξη που δείχνει την ανησυχία τους για την παρακμή του ραδιοφώνου.
Το «Radio Ga Ga» των Queen είναι ένας ύμνος στη χρυσή εποχή του ραδιοφώνου και μια γλυκόπικρη ματιά στο πώς η μουσική αλλάζει με τα χρόνια. Ο στίχος ξεκινά με μια νοσταλγική ανάμνηση, περιγράφοντας το ραδιόφωνο ως τον «μοναδικό φίλο» κατά τη διάρκεια των εφηβικών νυχτών, μια πηγή για «όλα όσα έπρεπε να ξέρω». Αναφέρεται σε μια εποχή που το ραδιόφωνο έφερνε στα σπίτια ιστορίες για «Πολέμους των Κόσμων» και εισβολές από τον Άρη, κάνοντας τους ανθρώπους «να γελούν» και «να κλαίνε».
Καθώς το τραγούδι προχωρά, εκφράζει μια ανησυχία για το μέλλον του ραδιοφώνου στην εποχή των βίντεο. Με τους ανθρώπους να παρακολουθούν «βίντεο για ώρες», το ραδιόφωνο κινδυνεύει να γίνει απλώς ένας «θόρυβος στο παρασκήνιο». Ωστόσο, το τραγούδι δεν χάνει την ελπίδα του. Το ρεφρέν, με τη φράση «All we hear is radio ga ga», μπορεί να ακούγεται σαν κριτική, αλλά συνδυάζεται με μια αισιόδοξη προσευχή: «Δεν έχεις ζήσει ακόμα την καλύτερή σου ώρα». Είναι μια έκκληση προς το αγαπημένο μέσο να παραμείνει, γιατί ίσως λείψει στους ακροατές «όταν κουραστούν από όλα αυτά τα οπτικά ερεθίσματα».