Infiel σημαίνει «άπιστος» ή «άπιστη». Είναι μια λέξη που βρίσκεται στον τίτλο του τραγουδιού και συνοψίζει τέλεια το κεντρικό θέμα του: την προδοσία και τις συνέπειές της.
Στο τραγούδι, η Marília Mendonça χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη για να περιγράψει τον σύντροφο που την απάτησε, αλλά και για να προκαλέσει την άλλη γυναίκα που ενεπλάκη. Είναι μια λέξη γεμάτη συναίσθημα και δράμα, που κάνει το τραγούδι αξέχαστο.
Στο «Infiel» («Άπιστε»), η Marília Mendonça, καλλιτέχνιδα από τη Βραζιλία, δίνει στη φωνή μιας προδομένης γυναίκας κάτι πολύ άμεσο: δεν θέλει καβγά, θέλει να τελειώσει η απάτη. Έχει ανακαλύψει την αλήθεια εδώ και έναν χρόνο και τώρα μιλά στην άλλη γυναίκα, εκείνη που πίστευε πως «κέρδισε» τον άντρα. Η απάντηση είναι καυστική: «Não perdi nada, acabei de me livrar» [Δεν έχασα τίποτα, μόλις απαλλάχτηκα]. Όταν λέει «O seu prêmio que não vale nada» [Το βραβείο σου που δεν αξίζει τίποτα], το «βραβείο» είναι σαρκασμός για τον άπιστο σύντροφο, όχι πραγματικό έπαθλο.
Η πιο θεατρική στιγμή έρχεται όταν η αφηγήτρια βγάζει τις βαλίτσες του έξω και τον διώχνει, ενώ εκείνος φεύγει κλαίγοντας. «Eu quero ver você morar num motel» [Θέλω να σε δω να μένεις σε μοτέλ] είναι μια σκληρή, σχεδόν ειρωνική ευχή: αφού τον πήρες, τώρα αναλαμβάνεις και τις συνέπειες. Το «Tá na sua mão» [Είναι στα χέρια σου] σημαίνει «τώρα είναι δική σου ευθύνη να τον φροντίζεις». Και η προειδοποίηση στο τέλος είναι ξεκάθαρη: «Você não vai mudar» [Δεν πρόκειται να αλλάξεις]. Η νέα σύντροφος, λέει, αργότερα θα βρεθεί στη δική της θέση, γιατί ο προδότης θα την απατήσει κι εκείνη.