Босиком σημαίνει «ξυπόλητος». Είναι μια λέξη που δεν συναντάμε συχνά σε τραγούδια και προσδίδει μια έντονη εικόνα.
Στο τραγούδι, ο JONY τραγουδά «Я босиком по стёклам бегал так упрямо» (Έτρεχα ξυπόλητος πάνω σε γυαλιά τόσο πεισματικά). Αυτή η φράση εκφράζει τον πόνο και την απελπισία του, καθώς προσπαθεί να ξεπεράσει έναν χωρισμό, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να πληγώνει τον εαυτό του.
Είναι έξι το πρωί, και ο αφηγητής κάθεται μπροστά στο τζάκι και καίει ό,τι του έμεινε από μια σχέση που τελείωσε. Το ρεφρέν είναι σχεδόν μια λίστα με όσα πετάει στη φωτιά: «Фотография твоя» (η φωτογραφία σου), «Горят воспоминания» (καίγονται αναμνήσεις), «И все твои обещания» (και όλες οι υποσχέσεις σου). Στο τέλος μένει μόνο μια λέξη, «Пустота» (κενό), και αυτή η μία λέξη λέει περισσότερα από όλο το υπόλοιπο ρεφρέν.
Στα κουπλέ φαίνεται πόσο πάλεψε για να κρατήσει τη σχέση: «Я босиком по стёклам» (εγώ ξυπόλητος πάνω σε γυαλιά), «Бегал так упрямо» (έτρεχα τόσο πεισματικά). Παραδέχεται ότι μόνο η «милый голосок» (γλυκιά φωνούλα) της τον κρατούσε όρθιο, και ότι κάθε φορά έκανε την ίδια ευχή, «Тебя не потерять» (να μη σε χάσω). Τώρα το λέει χωρίς περιστροφές, «Я просто мучаю себя» (απλά βασανίζω τον εαυτό μου), και αυτή η ειλικρίνεια κάνει το τζάκι του ρεφρέν να μοιάζει λιγότερο με δράμα και περισσότερο με απόφαση.