Fernweh είναι μια σύνθετη γερμανική λέξη που συνδυάζει το "fern" (μακριά) και το "weh" (πόνος, λαχτάρα). Περιγράφει μια έντονη λαχτάρα ή νοσταλγία για μακρινά, άγνωστα μέρη, το αντίθετο της "Heimweh" (νοσταλγία για το σπίτι).
Στο τραγούδι, ο καλλιτέχνης τραγουδάει "Ich habe Fernweh ohne Ende, Fernweh für das Fremde, Weil ich mir selber fremd geworden bin" (Έχω ατελείωτη λαχτάρα για το άγνωστο, λαχτάρα για το ξένο, επειδή έχω γίνει ξένος στον εαυτό μου). Αυτή η λέξη είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα γιατί εκφράζει μια βαθιά υπαρξιακή αναζήτηση και μια επιθυμία για εξερεύνηση, όχι μόνο γεωγραφική αλλά και εσωτερική.
Έχεις πιάσει ποτέ τον εαυτό σου να μιλάει με βαρύγδουπες, έξυπνες ατάκες απλά για να αποφύγει την πραγματικότητα; Αυτό ακριβώς εξομολογείται το γερμανικό συγκρότημα AnnenMayKantereit στο Hinter Klugen Sätzen. Ο τραγουδιστής παραδέχεται ευθέως: «Ich versteck' mich hinter klugen Sätzen» (Κρύβομαι πίσω από έξυπνες προτάσεις) και παίρνει αποφάσεις που τελικά δεν έχουν καμία ουσία («Ziehe Konsequenzen, die gar keine sind» / Βγάζω συμπεράσματα που δεν είναι καν συμπεράσματα). Στήνει φίλους που τον νοιάζονται, εξαφανίζεται και ποντάρει τα πάντα για να χάσει, ενώ ταυτόχρονα εύχεται να ήξερε απλά πώς να σωπαίνει («Wie man schweigen lernen kann» / Πώς μπορεί κανείς να μάθει να σιωπά).
Μέσα στους στίχους υπάρχει μια υπέροχη γερμανική λέξη: το Fernweh. Ενώ το Heimweh είναι η νοσταλγία για το σπίτι (η γνωστή μας πατρίδα), το Fernweh είναι το ακριβώς αντίθετο, η λαχτάρα να φύγεις μακριά, σε άγνωστα μέρη. Εδώ όμως το νιώθει επειδή έχει αποξενωθεί από τον ίδιο του τον εαυτό: «Weil ich mir selber fremd geworden bin» (Επειδή έχω γίνει ξένος για τον εαυτό μου). Στο τέλος, ομολογεί τον φόβο του να αγαπήσει και την τάση του να αμφιβάλλει διαρκώς, σκεπτόμενος μόνο την αποτυχία, με την ψυχρή συνειδητοποίηση ότι στο τέλος τα πάντα περνούν («Weil alles irgendwann vergeht»).