Η madrugada αναφέρεται στις πολύ πρώτες πρωινές ώρες, πριν χαράξει, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι κοιμούνται. Στο τραγούδι, το «en cada madrugada» δείχνει ότι ο τραγουδιστής περνά κάθε ξημέρωμα κυνηγώντας το παρελθόν και προσπαθώντας να σβήσει την ιστορία τους, δίνοντας στη νοσταλγία μια έντονα ποιητική ατμόσφαιρα.
Το «Subeme la radio» είναι ένα τραγούδι χωρισμού που προσπαθεί να κάνει τον πόνο να χορέψει. Ο αφηγητής ζητά να δυναμώσει το ραδιόφωνο, να νιώσει το μπάσο και να πιει κάτι «που διώχνει τον πόνο». Η εικόνα είναι λίγο υπερβολική και γι’ αυτό διασκεδαστική: θέλει να ενώσει «το φεγγάρι και τον ήλιο», σαν μια νύχτα που αρνείται να τελειώσει. Όμως πίσω από το πάρτι υπάρχει ένας άνθρωπος που έχει μείνει μόνος, στο σκοτάδι, και σκέφτεται συνέχεια εκείνη που έφυγε.
Οι στίχοι γίνονται πιο έντονοι όσο περνά η νύχτα: περιμένει έξω από την πόρτα της αν δεν απαντήσει, ξαγρυπνά κάτω από την πανσέληνο και πίνει «στην υγειά της», ενώ προσπαθεί να ξεφύγει από το παρελθόν. Η φράση «δεν ξέρω να ζω χωρίς εσένα» είναι άμεση και καθόλου διακριτική. Στο τέλος την παρακαλεί να επιστρέψει και λέει πως, αν τον καλέσει, θα πάει αμέσως κοντά της. Έτσι, το τραγούδι συνδυάζει δυνατό ρυθμό, αλκοόλ και νυχτερινή διασκέδαση με την πολύ απλή επιθυμία: να τη δει ξανά, έστω για μία ακόμη φορά.