Balivernes σημαίνει «ανοησίες», «φλυαρίες» ή «μικροπράγματα». Είναι μια λέξη που δεν ακούγεται συχνά στην καθημερινή ομιλία και προσδίδει έναν ιδιαίτερο τόνο.
Στο τραγούδι, ο Gims λέει «je subis tes balivernes» (υπομένω τις ανοησίες σου), εκφράζοντας την κούραση και την απογοήτευσή του από τα ασήμαντα ή ανόητα λόγια του άλλου προσώπου. Είναι μια λέξη που αποτυπώνει έντονα την αίσθηση της υπομονής που εξαντλείται.
Στο «Est-ce que tu m’aimes?» («Με αγαπάς;»), ο Gims μιλά για έναν έρωτα που ξεκίνησε με χαμόγελο, συνεννόηση και μεγάλη σιγουριά. Οι δυο τους ήταν τόσο κοντά, ώστε ένα απλό σήκωμα του βλεφάρου, «T’avais juste à lever le cil» («Αρκούσε να σηκώσεις το βλέφαρο»), έφτανε για να καταλάβει ο ένας τον άλλον. Εκείνος φανταζόταν να χαράξει την εικόνα της κάτω από τα βλέφαρά του, για να τη βλέπει ακόμη και στον αιώνιο ύπνο. Είναι υπερβολική, σχεδόν κινηματογραφική εικόνα, και δείχνει πόσο απόλυτη ήταν τότε η αφοσίωσή του.
Ύστερα, όμως, «J’ai vu l’averse» («Είδα τη νεροποντή») και, όταν ανοιγόκλεισε τα μάτια, εκείνη δεν ήταν πια ίδια. Το ρήμα «cligner des yeux» σημαίνει «ανοιγοκλείνω τα μάτια», σαν η αλλαγή να έγινε μέσα σε μια στιγμή. Το ρεφρέν γίνεται ένας επίμονος διάλογος αμφιβολίας: «Est-ce que je t’aime? J’sais pas si je t’aime» («Σε αγαπώ; Δεν ξέρω αν σε αγαπώ») και «Est-ce que tu m’aimes?» («Με αγαπάς;»). Η σχέση έχει φτάσει μέχρι δαχτυλίδι, όμως εκείνος λέει πως μαζί με το δαχτυλίδι ένιωσε σαν να του πέρασαν και χειροπέδες: «Quand je t’ai mis la bague au doigt, j’mes suis passé les bracelets» («Όταν σου έβαλα το δαχτυλίδι στο δάχτυλο, πέρασα χειροπέδες στον εαυτό μου»). Ο «γυάλινος ουρανός», «le plafond de verre», είναι ένα αόρατο όριο που τον σταμάτησε όταν προσπάθησε να πετάξει. Έτσι, το τραγούδι μένει σε μια άβολη αλλά ειλικρινή ερώτηση: όταν η αγάπη δεν μοιάζει πια με αυτό που περίμενες, τι ακριβώς έχει απομείνει;