Glimmer σημαίνει «αχτίδα» ή «λάμψη», συνήθως μικρή και αμυδρή, που υποδηλώνει μια μικρή ελπίδα ή σημάδι φωτός σε μια σκοτεινή κατάσταση.
Στο τραγούδι, ο Sam Smith τραγουδάει «Pray for a glimmer of hope» (Προσευχήσου για μια αχτίδα ελπίδας). Χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη για να εκφράσει την ανάγκη του για μια μικρή, έστω, ένδειξη ελπίδας και ανακούφισης μέσα στην απελπισία του, καθιστώντας την μια πολύ συναισθηματική και δυνατή λέξη.
Στο τραγούδι "Pray", ο Sam Smith μας μεταφέρει σε μια πολύ προσωπική στιγμή. Ξεκινάει περιγράφοντας τον εαυτό του ως "young and foolish" [νέο και ανόητο], κάποιον που "make bad decisions" [παίρνει κακές αποφάσεις] και έχει "turn my back on religion" [γυρίσει την πλάτη στη θρησκεία]. Είναι ειλικρινής για το ότι δεν είναι τέλειος, λέγοντας "I'm not a saint, I'm more of a sinner" [δεν είμαι άγιος, είμαι περισσότερο αμαρτωλός].
Όμως, παρά την αρχική του στάση, η κατάσταση του κόσμου τον κάνει να νιώθει ότι "the world is on fire" [ο κόσμος καίγεται] και έχει "dread in my heart and fear in my bones" [τρόμο στην καρδιά μου και φόβο στα κόκαλά μου]. Αυτή η απελπισία τον οδηγεί σε μια απρόσμενη σκέψη: "Maybe I'll pray" [Ίσως να προσευχηθώ]. Ακόμα κι αν "I have never believed in you, no" [ποτέ δεν σε πίστεψα, όχι], νιώθει την ανάγκη να το κάνει, ζητώντας μια "glimmer of hope" [αχτίδα ελπίδας]. Είναι μια δυνατή στιγμή ευαλωτότητας και αναζήτησης, που δείχνει ότι όλοι, στο τέλος, "Everyone prays in the end" [Όλοι προσεύχονται στο τέλος].