Tantrums σημαίνει «κρίσεις θυμού» ή «ξεσπάσματα». Είναι μια λέξη που συνήθως χρησιμοποιείται για παιδιά, αλλά εδώ αποκτά ένα πιο ενδιαφέρον νόημα.
Στο τραγούδι, οι Radiohead την χρησιμοποιούν για να περιγράψουν τις έντονες συναισθηματικές εκρήξεις ή τις αντιδράσεις που μπορεί να έχει κάποιος σε μια σχέση. Η χρήση της λέξης υποδηλώνει μια παιδική, ίσως παράλογη, πλευρά των διαφωνιών, καθιστώντας την πολύ εκφραστική και αξιομνημόνευτη.
Αυτό το τραγούδι είναι σαν μια υπόσχεση που επαναλαμβάνεται πεισματικά, σχεδόν εμμονικά. Ο αφηγητής λέει ξανά και ξανά «I won't run away no more, I promise [Δεν θα το βάλω πια στα πόδια, το υπόσχομαι]», σαν να προσπαθεί να πείσει και τον άλλο, αλλά και τον εαυτό του. Μου αρέσει πόσο καθημερινές και ταυτόχρονα παράξενες είναι οι εικόνες: «Even when I get bored, I promise [Ακόμα κι όταν βαριέμαι, το υπόσχομαι]» είναι αφοπλιστικά ειλικρινές, σχεδόν αστείο. Δεν υπόσχεται αγάπες για πάντα, υπόσχεται ότι δεν θα φύγει επειδή απλώς βαρέθηκε.
Καθώς προχωρά, το τραγούδι γίνεται πιο σκοτεινό και παράξενο. Έχεις «Even when the ship is wrecked, I promise [Ακόμα κι όταν το πλοίο ναυαγήσει, το υπόσχομαι]» και μετά «Tie me to the rotten deck, I promise [Δέσε με στο σάπιο κατάστρωμα, το υπόσχομαι]». Είναι μια πολύ δυνατή εικόνα: προτιμά να μείνει δεμένος σε ένα βυθισμένο, σάπιο πλοίο, παρά να ξαναφύγει. Μαζί με τις μικρές λεπτομέρειες, όπως «I say my prayers every night, I promise [Λέω τις προσευχές μου κάθε βράδυ, το υπόσχομαι]» και «The tantrums and the chilling chats, I promise [Τα ξεσπάσματα και τις ψυχρές κουβέντες, το υπόσχομαι]», φαίνεται σαν μια σχέση που έχει νεύρα, βαρεμάρες, παρεξηγήσεις, αλλά κι έναν τύπο που ορκίζεται ότι αυτή τη φορά θα μείνει εκεί, ό,τι κι αν γίνει.