Το aplaudir σημαίνει «χειροκροτώ». Είναι μια ενδιαφέρουσα λέξη που δεν συναντάμε συχνά σε τραγούδια και έχει μια ιδιαίτερη σημασία εδώ.
Στο τραγούδι, η φράση «Ninguém veio aqui pra te aplaudir» (Κανείς δεν ήρθε εδώ για να σε χειροκροτήσει) υποδηλώνει ότι δεν πρέπει να περιμένεις την επιβεβαίωση των άλλων. Είναι μια υπενθύμιση να ζεις τη ζωή σου για σένα και όχι για την αποδοχή των άλλων.
Το «Reggae Bom» μιλά με έναν άνθρωπο που αρνείται να πιεστεί ή να περιμένει παθητικά. Η φράση «Você não precisa fazer o que não quiser» [Δεν χρειάζεται να κάνεις ό,τι δεν θέλεις] είναι άμεση και καθησυχαστική, ενώ το «Ninguém veio aqui pra te aplaudir» [Κανείς δεν ήρθε εδώ για να σε χειροκροτήσει] κόβει απότομα την ανάγκη για επιδοκιμασία. Υπάρχει και μια παράξενη πρώτη συνάντηση: «Não me olhe com esses olhos / De quem nunca me viu antes» [Μη με κοιτάς έτσι, σαν να μη με έχεις ξαναδεί]. Όμως ο αφηγητής απαντά πως, ακόμη κι αν ο άλλος νομίζει ότι όλα αρχίζουν τώρα, «Antes mesmo eu já estive aqui» [Εγώ είχα ήδη βρεθεί εδώ].
Η εικόνα γίνεται πιο κινηματογραφική λίγο πριν ξημερώσει. Ίσως είναι νωρίς για να φύγει κανείς, αλλά εκείνος λέει «não tenho medo, não mais» [δεν φοβάμαι πια] να μείνει. Ζητά από τον άλλο να επιστρέψει και να φέρει «aquele reggae bom» [εκείνο το καλό ρέγκε], σαν η μουσική να είναι κάτι συγκεκριμένο που μοιράζονται. Το «Diz que vai voltar» [Πες ότι θα γυρίσεις] ακούγεται τρυφερό, αλλά αμέσως έρχεται η πιο δυνατή απάντηση: «Mas não vou ficar parado, amor» [Αλλά δεν θα μείνω ακίνητος, αγάπη μου]. Το «cê» στο «esperando 'cê chegar» είναι καθημερινή, συντομευμένη μορφή του «você» και σημαίνει «εσένα». Έτσι, το τραγούδι κρατά ανοιχτή την πόρτα για την επιστροφή, χωρίς να βάζει τη ζωή του σε παύση.