Η λέξη ombrelle σημαίνει «ομπρέλα ηλίου» ή «μικρή ομπρέλα». Είναι μια πιο κομψή και λιγότερο συνηθισμένη λέξη από την απλή «parapluie» (ομπρέλα βροχής).
Στο τραγούδι, η Indila τραγουδά «je marche seule cachée sous mon ombrelle» (περπατάω μόνη κρυμμένη κάτω από την ομπρέλα μου). Αυτή η εικόνα προσδίδει μια αίσθηση μοναξιάς και προσπάθειας να κρυφτεί από τον κόσμο, καθιστώντας τη λέξη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και ποιητική.
Στο «Parle À Ta Tête», η Indila μιλά σαν άνθρωπος που ζητά επίμονα να τον ακούσουν και να τον καταλάβουν: «Je veux qu'on m'écoute» [Θέλω να με ακούσουν]. Περπατά μόνη κάτω από την ομπρέλα της, πηγαίνει στο Pôle Emploi, τη γαλλική υπηρεσία για την αναζήτηση εργασίας, και παραδέχεται πως το ηθικό της είναι «à plat», δηλαδή εντελώς πεσμένο. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθεί να χαμογελά και μερικές φορές «fait le mariole» [κάνει τον παλιάτσο ή τον έξυπνο], σαν να κρύβει την πίεση πίσω από αστεϊσμούς. Το επαναλαμβανόμενο «Parle à ta tête» [Μίλα στο κεφάλι σου] ακούγεται σαν παράξενη, παιχνιδιάρικη προτροπή για σκέψη και αυτοσυζήτηση, ενώ το «burn out» και το «ça brûle, ça pique» [καίει, τσούζει] δείχνουν πόσο την έχει εξαντλήσει όλη αυτή η κατάσταση.
Ύστερα το τραγούδι ανοίγει από την καθημερινή δυσκολία σε μια μεγάλη δίψα για ζωή. Τα φώτα και ο θόρυβος γύρω της τη μεθούν «d'amour» [από αγάπη], κι εκείνη θέλει να δώσει τα πάντα, να κάνει τη ζωή της να λάμψει «comme l'éclat d'une étoile» [σαν τη λάμψη ενός αστεριού]. Ζητά συγχώρεση για τις στιγμές που δεν κοίταξε ή δεν μίλησε στον άλλον, επειδή κάθε αυριανή μέρα είναι μία μέρα λιγότερη. Η φράση «Je veux vivre, que mon cœur brûle» [Θέλω να ζήσω, να καίει η καρδιά μου] είναι το πιο καθαρό της σύνθημα: να νιώσει ότι υπάρχει μέσα από τον πόνο, το κλάμα, τον χορό και τον έρωτα, ταξιδεύοντας νοερά από το Παρίσι και την Αθήνα μέχρι τη Βενετία, το Χάρλεμ και τη Μόσχα, αρκεί να είναι μαζί με το αγαπημένο της πρόσωπο.