Το umbrandet σημαίνει «περιτριγυρισμένος» ή «περικυκλωμένος» και προέρχεται από το ρήμα umbranden, που κυριολεκτικά περιγράφει τα κύματα που περιβάλλουν κάτι.
Στο τραγούδι χρησιμοποιείται μεταφορικά: το «τώρα» περιβάλλει τον αφηγητή σαν θάλασσα, στην οποία καταλήγουν τα καλύτερα όνειρά του. Είναι μια σπάνια και ιδιαίτερα ποιητική λέξη, που συνδέει δυνατά την εικόνα της θάλασσας με τα συναισθήματα.
Το «Sonett In Dur» σημαίνει «Σονέτο σε μείζονα τονικότητα», κι όμως οι στίχοι ξεκινούν σε ήσυχο, σχεδόν εξομολογητικό τόνο: ένα πρόσωπο αναρωτιέται τι ήταν η ζωή πριν εμφανιστεί ο αγαπημένος του. Εκείνος «πήρε τις σκιές από την ψυχή» του, και τώρα το παρελθόν έχει γίνει θολό: «So ganz umbrandet mich das Jetzt, dies’ Meer» [Τώρα με κυκλώνει ολόκληρο το παρόν, αυτή η θάλασσα]. Η εικόνα της θάλασσας κάνει το παρόν να μοιάζει τεράστιο, γεμάτο, σαν να καταλήγουν εκεί «τα καλύτερα όνειρά» του.
Η δεύτερη στροφή φέρνει μια πιο απότομη σκέψη: «Vergaß ich doch, wie süß die Vögel sangen» [Ξέχασα πόσο γλυκά τραγουδούσαν τα πουλιά]. Πριν από αυτόν τον άνθρωπο υπήρχαν μόνο «οι λευκοί χειμώνες και η μοναξιά», ενώ η παρουσία του είναι «το πολύχρωμο φόρεμα των χρόνων». Και εδώ το τραγούδι γίνεται σκόπιμα απόλυτο: αν ο αγαπημένος φύγει, «niemals wieder wird es Frühling sein» [ποτέ ξανά δεν θα είναι άνοιξη]. Η άνοιξη δεν είναι απλώς εποχή, αλλά ολόκληρη η αίσθηση ότι η ζωή ξαναρχίζει. Η αντίθεση ανάμεσα στον τίτλο, που μιλά για μείζονα μουσική, και στην απειλή ενός ατελείωτου χειμώνα κάνει το τραγούδι ιδιαίτερα γοητευτικό.