Η λέξη «radieră» σημαίνει «γόμα» στα ελληνικά. Είναι μια ενδιαφέρουσα επιλογή γιατί δεν είναι μια συνηθισμένη λέξη που θα συναντούσες σε κάθε τραγούδι.
Στο τραγούδι, ο στίχος «Eu greu în simplu verde tu o radieră» (Εγώ δύσκολος στο απλό πράσινο, εσύ μια γόμα) δημιουργεί μια έξυπνη αντίθεση. Ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί τη γόμα ως μεταφορά για να δείξει πώς το άλλο άτομο μπορεί να «σβήσει» ή να απλοποιήσει τις δυσκολίες του, υποδηλώνοντας μια σχέση όπου ο ένας συμπληρώνει τον άλλον.
Στο «Bem Coniac», ο Carla’s Dreams, καλλιτέχνης από τη Μολδαβία, μαζί με τους Magnat και Feoctist, ξεκινά με μια πολύ άμεση απόρριψη: «Tu nu m-ai dorit și nu m-ai așteptat» [Δεν με ήθελες και δεν με περίμενες]. Ο αφηγητής νιώθει σαν να κοιτάζει μια λευκή σελίδα, «O foaie în care n-am scris nimic» [Ένα φύλλο στο οποίο δεν έχω γράψει τίποτα], ενώ η άλλη πλευρά μοιάζει κομψή και απρόσιτη. Εκείνος, αντίθετα, παρουσιάζεται απλά και λίγο ειρωνικά: φοράει φούτερ πάνω από το μπλουζάκι, κρατάει την καρδιά του κλειστή και, αντί να εξηγήσει τι αισθάνεται, λέει: «Eu beau coniac» [Εγώ πίνω κονιάκ]. Είναι ένας αστείος αλλά και πικρός τρόπος να αποφύγει τη συζήτηση.
Μετά, το τραγούδι γίνεται σύνθημα παρέας. Το «Bem coniac» σημαίνει «Πίνουμε κονιάκ» και επαναλαμβάνεται μαζί με ονόματα και γειτονιές του Κισινάου, όπως η Ciocana, η Botanica, η Râșcani και η Buiucani. Αναφέρονται επίσης το Βουκουρέστι, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία, σαν το ποτό να ενώνει τους Μολδαβούς όπου κι αν βρίσκονται. Οι στίχοι γίνονται επίτηδες υπερβολικοί και παιχνιδιάρικοι: κονιάκ σε διάφορα σημεία της πόλης, από τις αποσκευές μέχρι τη στέγη, αλλά «în parc nu bem coniac» [στο πάρκο δεν πίνουμε κονιάκ], επειδή «nu se poate» [δεν γίνεται]. Η επανάληψη κάνει την απογοήτευση της αρχής να μοιάζει με ξενύχτι που συνεχίζεται μέχρι όλοι να φωνάζουν μαζί.