Το "naufragare" σημαίνει «ναυαγώ» ή «παθαίνω ναυάγιο». Είναι μια δραματική και ποιητική λέξη που δεν συναντάμε συχνά σε τραγούδια.
Στο τραγούδι, ο Sal Da Vinci χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη μεταφορικά. Περιγράφει μια γυναίκα που «μιλάει για θάλασσα, για ναυάγιο» ("Parli di mare, di naufragare"), υποδηλώνοντας μια βαθιά, ίσως και επικίνδυνη, συναισθηματική εμπειρία ή μια προσωπικότητα που είναι τόσο έντονη όσο μια θάλασσα που μπορεί να προκαλέσει ναυάγιο.
Ο Ιταλός καλλιτέχνης Sal Da Vinci μας παραδίδει ένα τραγούδι που είναι ένας πραγματικός ύμνος σε μια γυναίκα. Δεν είναι απλώς ένα ερωτικό τραγούδι, είναι η περιγραφή μιας γυναίκας που είναι η ίδια η ποίηση. Την αποκαλεί «poesia» [ποίηση] που «non ha bisogno di melodia» [δεν έχει ανάγκη από μελωδία]. Με άλλα λόγια, η ύπαρξή της και μόνο είναι τέχνη.
Περιγράφει πώς αυτή η γυναίκα είναι πηγή έμπνευσης, «benzina per artisti e romantici» [βενζίνη για καλλιτέχνες και ρομαντικούς]. Είναι γεμάτη αντιθέσεις: μιλάει για αγάπη και ναυάγια, είναι η «delicatezza» [τρυφερότητα] αλλά και η «malinconia» [μελαγχολία]. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι, ενώ όλα γύρω αλλάζουν, αυτή παραμένει για πάντα, «rimani pe' l'eternità» [μένεις για την αιωνιότητα]. Είναι ένα τραγούδι για την αιώνια ομορφιά και την τρέλα που μπορεί να ενσαρκώσει ένας άνθρωπος.