Η λέξη «impronta» σημαίνει κυριολεκτικά «αποτύπωμα» ή «ίχνος». Είναι μια λέξη που δεν συναντάμε συχνά σε τραγούδια και έχει μια ιδιαίτερη ποιητική χροιά.
Στο τραγούδι, ο στίχος «A cancellare la tua impronta sul cuscino» (Για να σβήσει το αποτύπωμά σου στο μαξιλάρι) χρησιμοποιεί τη λέξη μεταφορικά. Αναφέρεται στην ανεξίτηλη ανάμνηση και την παρουσία του αγαπημένου προσώπου, ακόμα και όταν αυτό έχει φύγει, τονίζοντας τη βαθιά νοσταλγία και την αδυναμία να ξεχαστεί.
Το «Come Vorrei», από τους Ιταλούς Ricchi e Poveri, είναι ένα τραγούδι για μια αγάπη που απομακρύνεται, ενώ ο αφηγητής μένει μόνος και περιμένει. Δεν κοιμάται, κλείνεται στο σπίτι και κοιτά τη χιονόπτωση πίσω από τα τζάμια, καθισμένος κοντά στη φωτιά. Η φράση «Come vorrei, amore mio» [Πόσο θα ήθελα, αγάπη μου] επιστρέφει ξανά και ξανά σαν παράκληση: θα ήθελε ο άλλος να τον αγαπά «με τον δικό του τρόπο» και αυτή η θλιβερή, ίδια βραδιά να μην είναι πια χωρίς εκείνον.
Η εικόνα του έρωτα που χάνεται είναι πανέμορφα απλή: «Non si sciogliesse come fa la neve al sole» [Να μη διαλυόταν όπως λιώνει το χιόνι στον ήλιο]. Ο αφηγητής ξέρει πως θα έπρεπε να καταλαβαίνει όταν ο άλλος φεύγει και να μην επιμένει όταν δεν θέλει να αγαπηθεί, όμως η ζήλια τον προλαβαίνει. Στο τέλος, ούτε μια άλλη γυναίκα θα σβήσει το αποτύπωμα στο μαξιλάρι, ούτε το φεγγάρι δέχεται να του κρατήσει συντροφιά. Η μοναξιά εδώ δεν είναι αφηρημένη: είναι ένα άδειο σπίτι, ένα κρεβάτι με ίχνος και μια χειμωνιάτικη νύχτα που μοιάζει ατελείωτη.