Η λέξη «Καμέλια» αναφέρεται σε ένα όμορφο λουλούδι, αλλά εδώ χρησιμοποιείται ως γυναικείο όνομα. Είναι μια ασυνήθιστη επιλογή που προσθέτει μια νότα μυστηρίου και ομορφιάς στους στίχους.
Στο τραγούδι, η «Camélia» αναφέρεται ως «ficou viúva» (έγινε χήρα), δίνοντας μια θλιβερή αλλά και ποιητική διάσταση στην ιστορία. Αυτή η χρήση του ονόματος, σε συνδυασμό με την κατάστασή της, την κάνει μια ενδιαφέρουσα και αξιομνημόνευτη λέξη.
Η Marisa Monte, καλλιτέχνιδα από τη Βραζιλία, και ο Paulinho da Viola μας βάζουν σε έναν παράξενο, σχεδόν χορευτικό κύκλο μοναξιάς. Η μοναξιά εδώ δεν είναι απλώς σιωπή: «Solidão é lava que cobre tudo» [Η μοναξιά είναι λάβα που σκεπάζει τα πάντα], ενώ η πίκρα χαμογελά με «dentes de chumbo» [δόντια από μολύβι]. Η απογοήτευση γίνεται ρυθμός, και το ρεφρέν λέει πως «Danço eu, dança você / Na dança da solidão» [Χορεύω εγώ, χορεύεις εσύ / στον χορό της μοναξιάς]. Η φράση ακούγεται σχεδόν παιχνιδιάρικη, όμως περιγράφει δύο ανθρώπους που συνεχίζουν να κινούνται μέσα στην ίδια λύπη.
Οι στίχοι φέρνουν μικρές ιστορίες: η Camélia μένει χήρα, η Joana ερωτεύεται και η Maria αποπειράται να πεθάνει εξαιτίας του έρωτά της. Έπειτα, η φωνή θυμάται τη συμβουλή του πατέρα: «Meu filho, tome cuidado» [Γιε μου, να προσέχεις], και κοιτάζει το μέλλον χωρίς να ξεχνά το παρελθόν. Τα ξημερώματα, τα δάχτυλα περνούν πάνω από τη viola, ένα βραζιλιάνικο έγχορδο, κάτω από το γεμάτο φεγγάρι. Κι εκεί, μέσα σε όλη αυτή την απογοήτευση, εμφανίζεται μια μικρή ελπίδα: «Uma fonte de água pura» [Μια πηγή καθαρού νερού]. Όποιος πιει από αυτήν, λέει το τραγούδι, δεν θα έχει πια πίκρα.