Descalços σημαίνει «ξυπόλυτοι», δηλαδή χωρίς παπούτσια. Στο τραγούδι, η εικόνα «de pés descalços vou à caça» παρουσιάζει τον Jão να κυνηγά τη θέση του στον κόσμο με ευαλωτότητα, αλλά και θάρρος, κάνοντας τη λέξη ιδιαίτερα ποιητική και memorable.
Στο «Monstros», ο Jão μιλά για έναν φόβο που έχει ρίζες από την παιδική ηλικία. «Debaixo da cama os monstros me impedem de dormir» [Κάτω από το κρεβάτι, τα τέρατα δεν με αφήνουν να κοιμηθώ] κάνει την εικόνα κυριολεκτική, σαν έναν παιδικό εφιάλτη που συνεχίζει να υπάρχει και στην ενήλικη ζωή. Ο αφηγητής νιώθει μόνος ακόμη κι όταν βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους και λέει πως πάλεψε για την ελευθερία, όμως η ελευθερία τον άφησε μόνο. Η φράση «Eu abraço a escuridão» [Αγκαλιάζω το σκοτάδι] είναι ιδιαίτερα δυνατή: δεν προσπαθεί πια να κρυφτεί από το σκοτάδι, αλλά το αναγνωρίζει σαν το μέρος που γνωρίζει καλύτερα.
Και μετά, η εικόνα αλλάζει από τον φόβο στην προσωπική δύναμη. «Agora eu corro com meus lobos, danço ao redor do fogo» [Τώρα τρέχω με τους λύκους μου, χορεύω γύρω από τη φωτιά] δείχνει κάποιον που αντιμετωπίζει τους «δαίμονές» του αντί να τους αποφεύγει. Τον έχουν πει τρελό επειδή ήθελε να γίνει κάτι περισσότερο, όμως συνεχίζει να προχωρά και θέλει να δείξει όλα όσα οι άλλοι δεν εκτίμησαν σε «αυτό το αγόρι από την επαρχία». Προς το τέλος, απευθύνεται στο παιδί που ήταν κάποτε: τώρα καταλαβαίνει ότι ο πόνος είναι απαραίτητος για να γίνει ο άνθρωπος που προορίζεται να γίνει. Είναι μια δυνατή, λίγο σκοτεινή, αλλά τελικά θαρραλέα διαδρομή από τους φόβους κάτω από το κρεβάτι μέχρι το να κοιτάζει τα τέρατα κατευθείαν στα μάτια.