Το Hulluuden Highway μεταφράζεται ως «Λεωφόρος της Τρέλας». Είναι μια πολύ δυνατή και ποιητική φράση που δίνει τον τίτλο στο τραγούδι και περιγράφει μια κατάσταση όπου όλα είναι χαοτικά και ανεξέλεγκτα.
Στο πλαίσιο του τραγουδιού, η φράση αυτή συμβολίζει την πορεία της ζωής που είναι γεμάτη προκλήσεις, δυσκολίες και παράλογες καταστάσεις, σαν ένας αυτοκινητόδρομος στον οποίο κυριαρχεί η τρέλα. Είναι μια φράση που μένει στο μυαλό και σε κάνει να αναρωτιέσαι για το νόημά της.
Το «Hulluuden Highway» («Ο αυτοκινητόδρομος της τρέλας») μοιάζει με μια νυχτερινή διαδρομή μέσα σε μια πόλη που δεν σταματά να φωνάζει. Το πρόσωπο του τραγουδιού προσπαθεί να αντέξει την υπερφόρτωση: «Sulje silmät, sulje suu» [Κλείσε τα μάτια, κλείσε το στόμα] και «Laske viiteen tuhanteen» [Μέτρα μέχρι τις πέντε χιλιάδες]. Ακούγονται ξανά πυροβολισμοί ή δυνατοί κρότοι, κάποιος απομακρύνεται για να περάσει έστω μία μέρα χωρίς να του φωνάξουν, ενώ τα φώτα και ο θόρυβος της πόλης τον κάνουν να τρέχει πιο γρήγορα απ’ όσα προλαβαίνει να δει. Η φράση «Kun valot sammuu niin sä kaiken näät» [Όταν σβήνουν τα φώτα, τότε τα βλέπεις όλα] γυρίζει την εικόνα ανάποδα: η σιωπή δεν φέρνει απαραίτητα ύπνο, αλλά αγρύπνια και καθαρότερη επίγνωση.
Το τραγούδι σατιρίζει επίσης τις ακραίες αντιπαραθέσεις και την εξάντληση μιας κοινωνίας όπου όλοι μαλώνουν για το ποιος έχει δίκιο. Η αναφορά στον Πίτερ και τη Χιονάτη, «Peter panee kyllä minkä kerkii / Muttei Helinä leiju jos ei makseta» [Ο Πίτερ κάνει ό,τι προλαβαίνει, όμως η Χιονάτη δεν αιωρείται αν δεν πληρωθεί], χρησιμοποιεί τους χαρακτήρες του Πίτερ Παν και της νεράιδας Τίνκερμπελ με εντελώς πεζό, σχεδόν κωμικό τρόπο: ακόμη και η μαγεία έχει κόστος. Παρ’ όλα αυτά, το ρεφρέν δίνει μια απλή οδηγία επιβίωσης: «Suljet silmäsi hengität» [Κλείνεις τα μάτια και αναπνέεις]. Και μετά έρχεται η πιο άμεση παρηγοριά του τραγουδιού: «Vielä elossa oot!» [Είσαι ακόμα ζωντανός!].