Måndagsbarn σημαίνει κυριολεκτικά "παιδί της Δευτέρας". Είναι μια ενδιαφέρουσα σύνθετη λέξη που δεν συναντάμε συχνά και έχει μια ιδιαίτερη σημασία στο τραγούδι.
Στο πλαίσιο του τραγουδιού, η Veronica Maggio χρησιμοποιεί τον όρο για να περιγράψει κάποιον που νιώθει ότι η ζωή του είναι μια ατελείωτη γιορτή, αλλά πάντα καταλήγει να είναι Δευτέρα. Συμβολίζει την αίσθηση της παγίδευσης σε έναν κύκλο πάρτι και την επιθυμία για μια πιο σταθερή ζωή, ενώ παράλληλα αναφέρεται στην ιδέα ότι κάποιος γεννήθηκε τη Δευτέρα, κάτι που στην σουηδική λαογραφία μπορεί να συνδέεται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Το "Måndagsbarn" της Veronica Maggio είναι ένα τραγούδι που μιλάει για τη ζωή μιας "discotjej" [κορίτσι του ντίσκο] που γεννήθηκε Σάββατο, αλλά νιώθει σαν να είναι "måndagsbarn" [παιδί της Δευτέρας]. Η ζωή της είναι ένα ατελείωτο πάρτι, μια "helg" [Σαββατοκύριακο] που δεν τελειώνει ποτέ, με "sena nätter, tomma glas" [αργά βράδια, άδεια ποτήρια].
Όμως, κάτω από την επιφάνεια της ατελείωτης διασκέδασης, υπάρχει μια αίσθηση ανησυχίας και αναζήτησης. Η Veronica αναρωτιέται "Vad har du gjort av dig, för dig, med dig själv?" [Τι έχεις κάνει με τον εαυτό σου, για τον εαυτό σου;] και αναγνωρίζει ότι "alla snart Har fått nog av mig" [όλοι σύντομα θα με έχουν βαρεθεί]. Είναι ένα τραγούδι για την επιθυμία να ζεις για το τώρα, αλλά και την επίγνωση ότι το "helgen måste ta slut" [Σαββατοκύριακο πρέπει να τελειώσει] κάποια στιγμή.