Cobblestone μεταφράζεται ως 'λιθόστρωτο'. Είναι μια λέξη που περιγράφει ένα δρόμο ή μονοπάτι φτιαγμένο από στρογγυλεμένες πέτρες, συχνά συναντάται σε παλιές πόλεις ή ιστορικές περιοχές.
Στο τραγούδι, η αναφορά σε "narrow streets of cobblestone" (στενά λιθόστρωτα δρομάκια) δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μοναξιάς και αναζήτησης, καθώς ο αφηγητής περπατά μόνος του. Είναι μια λέξη που προσθέτει μια συγκεκριμένη, γραφική εικόνα στο σκοτεινό και μελαγχολικό τοπίο του τραγουδιού.
«Γεια σου σκοτάδι, παλιέ μου φίλε». Το τραγούδι ξεκινά με μια αίσθηση οικειότητας μέσα στη μοναξιά. Ο αφηγητής μιλάει στο σκοτάδι σαν να είναι ένας παλιός φίλος, στοιχειωμένος από ένα όραμα που του αποκαλύφθηκε στον ύπνο του. Αυτό το όραμα παραμένει «μέσα στον ήχο της σιωπής». Καθώς περπατά μόνος σε πλακόστρωτα σοκάκια, η νύχτα σκίζεται από τη λάμψη μιας «πινακίδας νέον». Αυτό το ψυχρό φως αποκαλύπτει μια ανησυχητική σκηνή: χιλιάδες άνθρωποι που «μιλάνε χωρίς να λένε κάτι» και «ακούνε χωρίς να αφουγκράζονται». Επικοινωνούν επιφανειακά, ανίκανοι να διαταράξουν την εκκωφαντική σιωπή που τους περιβάλλει.
Ο αφηγητής προσπαθεί να τους προειδοποιήσει, φωνάζοντας ότι «η σιωπή μεγαλώνει σαν καρκίνος», αλλά τα λόγια του πέφτουν στο κενό, σαν «σιωπηλές σταγόνες βροχής». Οι άνθρωποι, αντί να τον ακούσουν, γονατίζουν και προσεύχονται στον «θεό από νέον που έφτιαξαν», ένα σύμβολο της σύγχρονης τεχνολογίας και της μαζικής κουλτούρας. Το τραγούδι κλείνει με ένα μήνυμα από την ίδια την πινακίδα: η αληθινή σοφία και οι προφητείες δεν βρίσκονται στα λαμπερά φώτα, αλλά ψιθυρίζονται στους τοίχους του μετρό και «μέσα στον ήχο της σιωπής».