Chitarele σημαίνει «οι κιθάρες». Είναι μια ενδιαφέρουσα επιλογή γιατί, αν και η κιθάρα είναι ένα κοινό όργανο, η χρήση της στον τίτλο και τους στίχους του τραγουδιού είναι κεντρική και συμβολική.
Στο τραγούδι, οι κιθάρες «κλαίνε» λόγω των αναμνήσεων και του χαμένου έρωτα. Αυτή η προσωποποίηση δίνει μια βαθύτερη, μελαγχολική διάσταση στο όργανο, καθιστώντας το κάτι περισσότερο από ένα απλό μουσικό όργανο – γίνεται ο καθρέφτης της ανθρώπινης θλίψης.
Το «De Ce Plâng Chitarele» («Γιατί κλαίνε οι κιθάρες;») του O-Zone, συγκροτήματος από τη Μολδαβία, μιλά με παιχνιδιάρικη υπερβολή για έναν έρωτα που έχει αφήσει πίσω του αναμνήσεις και σιωπή. Ο αφηγητής ρωτά: «Ştii de ce plâng chitarele?» [Ξέρεις γιατί κλαίνε οι κιθάρες;] και δίνει μια όμορφη, λίγο μελοδραματική απάντηση: «Le-au rănit amintirile» [Τις πλήγωσαν οι αναμνήσεις]. Η κιθάρα δεν κλαίει κυριολεκτικά, φυσικά. Οι χορδές της γίνονται η φωνή του ανθρώπου που δεν έχει ξεπεράσει όσα έγιναν και ζητά από την αγάπη να πει πως «Ce-a fost nu s-a pierdut» [Ό,τι υπήρξε δεν χάθηκε].
Η πόλη συνεχίζει κανονικά: περνούν κοκέτες κοπέλες, τον κοιτούν και του φωνάζουν πως εκείνη δεν απαντά στο SMS του, ενώ «Noaptea-i amară fără ea» [Η νύχτα είναι πικρή χωρίς εκείνη]. Οι δρόμοι μοιάζουν γεμάτοι αγάπη, όμως η αγαπημένη καλεί κάποιον άλλον, και έτσι «Plânge chitara mea» [Κλαίει η κιθάρα μου]. Ακόμη και όταν ανατέλλει ο ήλιος και τραγουδούν τα πουλιά, τα τραγούδια τους μιλούν για τον δικό του πόνο. Είναι ένα κολλητικό ερωτικό τραγούδι όπου το SMS, τα φώτα του δρόμου και η κιθάρα κάνουν τον χωρισμό ταυτόχρονα σύγχρονο και θεατρικό.