Hambre σημαίνει «πείνα» και είναι μία από τις κεντρικές λέξεις του τραγουδιού, καθώς επαναλαμβάνεται δίπλα στις λέξεις hombre («άνθρωπος») και muerte («θάνατος»).
Η αντίθεση ανάμεσα στο hambre και το hombre δημιουργεί ένα έντονο λογοπαίγνιο και δίνει κοινωνικό βάθος στους στίχους: η πείνα έρχεται και φεύγει μαζί με τους ανθρώπους, σαν σύμβολο δυσκολίας και προσφυγιάς στα σύνορα.
Άκου αυτό το κομμάτι: ο Manu Chao παίρνει έναν απλό ρυθμό και αρχίζει να παίζει με τις λέξεις σαν να λέει ένα επίμονο ξόρκι. Όλα εδώ κινούνται γύρω από έναν δρόμο και ένα σύνορο. Ξεκινάει με τη φύση: «El viento viene, el viento se va / Por la frontera» (Ο άνεμος έρχεται, ο άνεμος φεύγει / Από τα σύνορα). Ο άνεμος περνάει ελεύθερα, χωρίς άδειες και «sin más razón» (χωρίς άλλον λόγο). Αλλά αμέσως μετά, ο Chao αλλάζει ένα μόνο γράμμα και σου πετάει την πραγματικότητα κατά πρόσωπο: «El hambre viene, el hombre se va» (Η πείνα έρχεται, ο άνθρωπος φεύγει). Αυτό το λογοπαίγνιο ανάμεσα στο hambre (πείνα) και το hombre (άνθρωπος) είναι κοφτερό. Όταν η πείνα φτάνει, ο άνθρωπος αναγκάζεται να πάρει τους δρόμους, κι αφήνει πίσω του το μεγάλο ερώτημα: «¿Cuándo volverá?» (Πότε θα γυρίσει;).
Στη συνέχεια κάνει άλλο ένα παρόμοιο λεκτικό ζευγάρωμα: «La muerte viene, la suerte se va» (Ο θάνατος έρχεται, η τύχη φεύγει). Οι λέξεις αλλάζουν ελάχιστα στον ήχο, όμως η σημασία τους αναποδογυρίζει ολόκληρη τη ζωή εκείνων που ταξιδεύουν. Προς το τέλος, πετάει και τη φράση «Ruta Babylon» (Διαδρομή Βαβυλώνα). Εδώ χρησιμοποιεί τον κλασικό όρο Babylon από τη ρέγκε κουλτούρα, που συμβολίζει το καταπιεστικό σύστημα, την εξουσία και τη σκληρή δυτική μηχανή που περιμένει τον ταξιδιώτη στην άλλη πλευρά. Είναι ένα λιτό, κολλητικό τραγούδι για ανθρώπους που περπατούν αναγκαστικά στην άσφαλτο, την ώρα που μόνο ο άνεμος διασχίζει τα σύνορα ανενόχλητος.