Η λέξη vaquejada αναφέρεται σε ένα παραδοσιακό βραζιλιάνικο άθλημα, παρόμοιο με την ταυρομαχία, όπου οι vaqueiros (καουμπόηδες) προσπαθούν να ρίξουν έναν ταύρο στο έδαφος πιάνοντάς τον από την ουρά.
Είναι μια λέξη που αντικατοπτρίζει την κουλτούρα της υπαίθρου της Βραζιλίας και είναι κεντρική στην ταυτότητα του πρωταγωνιστή του τραγουδιού, ο οποίος δηλώνει «Na vaquejada eu sou campeão» (Στη vaquejada είμαι πρωταθλητής).
Σε αυτό το τραγούδι, ο Luan Pereira υποδύεται τον σκληροτράχηλο καουμπόι. Είναι ο τύπος που δηλώνει: «Já derrubei boi no braço por todo estado» [Έχω ρίξει ταύρους με τα χέρια μου σε όλη την πολιτεία] και «Na vaquejada eu sou campeão» [Στο ροντέο είμαι πρωταθλητής]. Είναι ένας άντρας της υπαίθρου, που ζει «em baixo do chapéu» [κάτω από το καπέλο], ενώ εκείνη είναι κορίτσι της πόλης, του «asfalto» [της ασφάλτου] που ζει σε «mansão» [έπαυλη].
Όλη αυτή η σκληράδα του, όμως, καταρρέει από ένα και μόνο φιλί. Ένα «beijo doce e delicado / Com sabor de vinho caro» [γλυκό και ντελικάτο φιλί / με γεύση ακριβού κρασιού] είναι αρκετό για να τον κάνει να παραδεχτεί ότι τον «derrubou do cavalo» [τον έριξε από το άλογο]. Η αντίθεση ανάμεσα στην εικόνα του σκληρού καουμπόι και στην ξαφνική του ερωτική αδυναμία είναι που κάνει το τραγούδι τόσο διασκεδαστικό. Στο τέλος, δεν μπορεί παρά να ομολογήσει: «Vaqueiro 'tá apaixonado» [Ο καουμπόι είναι ερωτευμένος].