Épris σημαίνει «ερωτευμένος» ή «γοητευμένος». Είναι μια πιο ποιητική και εκλεπτυσμένη λέξη για να εκφράσει κανείς την αγάπη, σε αντίθεση με το πιο κοινό «amoureux».
Στο τραγούδι, η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει τόσο τους ανθρώπους του Παρισιού που είναι «ερωτευμένοι» με την πόλη τους («L'hymne d'un peuple épris de sa vieille cité»), όσο και τον ίδιο τον ουρανό του Παρισιού που είναι «ερωτευμένος» με το νησί Saint Louis («Depuis vingt siècles il est épris de notre île Saint Louis»). Αυτή η διπλή χρήση προσδίδει βάθος και ρομαντισμό στο τραγούδι.
Το τραγούδι είναι μια τρυφερή βόλτα στο Παρίσι, όπου κάθε γωνιά μοιάζει να έχει τη δική της μουσική. «Sous le ciel de Paris / S’envole une chanson» [Κάτω από τον ουρανό του Παρισιού / πετάει ένα τραγούδι], γεννημένο «dans le cœur d’un garçon» [στην καρδιά ενός αγοριού]. Οι ερωτευμένοι περπατούν και χτίζουν την ευτυχία τους «sur un air fait pour eux» [πάνω σε μια μελωδία φτιαγμένη για εκείνους]. Κάτω από τη γέφυρα του Μπερσί βρίσκονται ένας φιλόσοφος, δύο μουσικοί και περαστικοί, ενώ αργότερα χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούν σαν ένας λαός που αγαπά την παλιά του πόλη. Το «Paname» είναι λαϊκό, χαϊδευτικό όνομα για το Παρίσι, και η αναφορά στη Νοτρ-Νταμ φέρνει ακόμη μία γνώριμη παριζιάνικη εικόνα, μαζί με την ιδέα ότι «tout peut arriver» [όλα μπορούν να συμβούν].
Το πιο παιχνιδιάρικο στοιχείο είναι ο ίδιος ο ουρανός, που παρουσιάζεται σαν ερωτευμένος άνθρωπος. Εδώ και είκοσι αιώνες αγαπά την Île Saint-Louis, ένα νησί στον Σηκουάνα. Όταν εκείνη του χαμογελά, φορά «son habit bleu» [το μπλε του ρούχο], δηλαδή ο ουρανός καθαρίζει. Όταν βρέχει, «c’est qu’il est malheureux» [είναι επειδή είναι δυστυχισμένος], και όταν ζηλεύει τα εκατομμύρια των εραστών του Παρισιού, ξεσπά με βροντές. Ευτυχώς, δεν μένει για πολύ θυμωμένος: για να ζητήσει συγγνώμη, χαρίζει ένα ουράνιο τόξο. Ανάμεσα σε ακορντεόν, καλοκαιρινές ακτίνες και δρόμους γεμάτους τραγούδι, το Παρίσι εδώ δεν είναι απλώς σκηνικό. Είναι ένας χαρακτήρας που αγαπά, ζηλεύει, θυμώνει και τελικά μεταμορφώνει τον καιρό σε ποίημα.