S'acharner σημαίνει «επιμένω επίμονα» ή «επιμένω με πείσμα», συχνά με την έννοια του να επιμένεις σε κάτι παρά τις δυσκολίες ή τις αρνητικές συνέπειες.
Στο τραγούδι, η φράση «Pourquoi s'acharner, tu recommences» (Γιατί να επιμένεις, ξαναρχίζεις) εκφράζει την απελπισία του τραγουδιστή απέναντι σε έναν κύκλο πόνου ή μιας κατάστασης που επαναλαμβάνεται, παρά την προσπάθεια να την ξεπεράσει. Είναι μια λέξη που μεταφέρει έντονο συναισθηματικό βάρος και δείχνει την εσωτερική πάλη του καλλιτέχνη.
Ο Slimane, καλλιτέχνης από τη Γαλλία, δίνει στη «Dernière Danse» μια νυχτερινή, σχεδόν κινηματογραφική σκηνή: ένας άνθρωπος περιπλανιέται μόνος στο μετρό και σε όλο το Παρίσι, προσπαθώντας να ξεφύγει από τον πόνο της απουσίας. Η φράση «Une dernière danse» [ένας τελευταίος χορός] δεν είναι γιορτή· είναι μια μικρή προσπάθεια να ξεχάσει «ma peine immense» [την τεράστια λύπη μου]. Όταν λέει «Sans lui, je suis un peu paro» [χωρίς εκείνον, είμαι λίγο χαμένος], το paro ακούγεται σαν καθημερινή, προφορική λέξη για κάποιον που δεν ξέρει πού να σταθεί.
Η εικόνα γίνεται όλο και πιο έντονη: χορεύει «avec le vent, la pluie» [με τον άνεμο, τη βροχή], τρέχει μέσα στον θόρυβο και φοβάται μήπως επιστρέψει ο πόνος. Το «je m’envole» [πετάω μακριά] μοιάζει με στιγμιαία απόδραση, όχι με λύση. Παρότι συνεχίζει να προσπαθεί, η ζωή χωρίς τον άλλον είναι «un décor qui brille, vide de sens» [ένα σκηνικό που λάμπει, άδειο από νόημα]. Κι όμως, στο τέλος δηλώνει «Je suis une enfant du monde» [είμαι παιδί του κόσμου]: μέσα στη μοναξιά του, κρατά ακόμη μια μεγάλη καρδιά και την ανάγκη να συνεχίσει να κινείται.