Syliisi σημαίνει «στην αγκαλιά σου». Είναι μια λέξη που εκφράζει οικειότητα και ζεστασιά, κάτι που την κάνει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Στο τραγούδι, η φράση «Hän tottui syliisi» (Αυτή συνήθισε την αγκαλιά σου) περιγράφει την εξοικείωση και την άνεση που ένιωθε κάποιος στην αγκαλιά ενός άλλου, τονίζοντας την απώλεια αυτής της οικειότητας.
Το «Minne katosivat päivät» σημαίνει «Πού χάθηκαν οι μέρες». Το τραγούδι κοιτάζει μια σχέση που έχει αδειάσει, μέσα από πολύ καθημερινές εικόνες: υπάρχει χώρος δίπλα στο κρεβάτι, όμως το πρόσωπο μένει στη δική του πλευρά· στον τοίχο ξεκολλάει η μπογιά· τα φυτά έχουν πεθάνει στις γλάστρες. Η φράση «Eilen hän huomasi, että seinästä irtoaa maali» [Χθες παρατήρησε ότι ξεκολλάει η μπογιά από τον τοίχο] είναι σχεδόν ασήμαντη, κι ακριβώς γι’ αυτό πονάει. Δείχνει κάποιον που προσέχει τις μικρές φθορές γύρω του, ενώ περιμένει ένα πρόσωπο που δεν επιστρέφει.
Ο αφηγητής θυμάται τις μέρες κατά τις οποίες οι δύο άνθρωποι έβλεπαν τα ίδια πράγματα: «Joina et nähnyt mitään ilman että hän olisi nähnyt saman» [Τότε που δεν έβλεπες τίποτα χωρίς να το είχε δει κι εκείνος]. Με τον καιρό, το πρόσωπο συνήθισε την αγκαλιά του άλλου, «Hän tottui syliisi» [Συνήθισε την αγκαλιά σου], και τώρα πρέπει να μάθει την απουσία της. Η πιο απότομη στιγμή έρχεται όταν καταλαβαίνει ότι δεν θα δει τον άλλον να επιστρέφει και «ei tuntenut mitään» [δεν ένιωσε τίποτα]. Δεν υπάρχει μεγάλη εξήγηση ή δράμα, μόνο ένα δωμάτιο, μια αναμονή που τελείωσε και η παράξενη ερώτηση: πότε χάθηκαν οι μέρες που κάποτε μοιράζονταν;