Το «Himmelszelt» μεταφράζεται κυριολεκτικά ως «ουράνια σκηνή» ή «ουράνιος θόλος». Είναι μια ποιητική και κάπως σπάνια λέξη που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον ουρανό ως ένα απέραντο καταφύγιο.
Στο τραγούδι, οι στίχοι «Unsere Decke ist das Himmelszelt» (Η κουβέρτα μας είναι ο ουράνιος θόλος) αναδεικνύουν την ελευθερία και την περιπέτεια της ζωής ενός ναύτη, ο οποίος δεν χρειάζεται σπίτι ή χρήματα, καθώς ολόκληρος ο κόσμος είναι το κάστρο του και ο ουρανός η στέγη του. Αυτή η εικόνα είναι πολύ δυνατή και ταιριάζει απόλυτα με το θέμα του τραγουδιού.
Το «Santiano» είναι ένα ναυτικό τραγούδι γεμάτο αναχώρηση και ορμή. Ο ναύτης αποχαιρετά την αγαπημένη του με το «Der Abschied fällt schwer, sag mein Mädchen ade» [Ο αποχαιρετισμός είναι δύσκολος, πες αντίο, κορίτσι μου], όμως αμέσως δίνει εντολή για ταξίδι: «Leinen los, volle Fahrt Santiano» [Λύστε τα σχοινιά, ολοταχώς, Santiano]. Τα δάκρυά του είναι «salzig und tief wie das Meer» [αλμυρά και βαθιά σαν τη θάλασσα], αλλά η καρδιά του ναυτικού καίει δυνατά. Το „ade“ είναι ένας παλιότερος, απλός τρόπος να πεις «αντίο», ενώ το „Leinen los“ είναι κυριολεκτικά η εντολή να λυθούν τα σχοινιά του πλοίου.
Η θάλασσα εδώ δεν είναι απλώς φόντο. Είναι η φωνή που καλεί το πλήρωμα να σηκώσει πανιά και να φύγει «geradeaus» [ίσια μπροστά], προς το «Abendrot» [το κοκκινωπό φως του δειλινού]. Ο αφηγητής δεν ζητά σπίτι ούτε χρήματα: «Unser Schloss ist die ganze Welt, unsere Decke ist das Himmelszelt» [Το κάστρο μας είναι όλος ο κόσμος, η κουβέρτα μας είναι ο έναστρος ουρανός]. Είναι μια θαλασσινή επιλογή ζωής, λίγο ρομαντική και λίγο υπερβολική, όπου σπίτι γίνεται ολόκληρος ο κόσμος και στόχος είναι να φτάσουν εκεί όπου βυθίζεται το φεγγάρι πριν ξημερώσει. Το επαναλαμβανόμενο «Volle Fahrt Santiano!» [Ολοταχώς, Santiano!] κάνει το τραγούδι να μοιάζει με σύνθημα που όλοι μπορούν να φωνάξουν μαζί.