Débrancher σημαίνει κυριολεκτικά «αποσυνδέω» ή «βγάζω από την πρίζα». Είναι μια ζωντανή και ασυνήθιστη λέξη, επειδή στο τραγούδι χρησιμοποιείται μεταφορικά: «il faudrait débrancher les villes» σημαίνει να αποσυνδέσουμε τις πόλεις από τον θόρυβο, την τεχνολογία και τον σύγχρονο τρόπο ζωής, για να ξαναβρούμε τη φύση και την ελπίδα.
Το «L’espoir» («Η ελπίδα») είναι ένα τραγούδι για δύο ανθρώπους που προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την πιθανότητα της ευτυχίας, παρόλο που μοιάζουν απομονωμένοι και χαμένοι. Η μία φωνή απορρίπτει τα μεγάλα λόγια και λέει πως «les mots d’amour ne servent à rien» [τα λόγια αγάπης δεν χρησιμεύουν σε τίποτα], όμως ταυτόχρονα επιμένει πως «on a le droit au bonheur» [έχουμε δικαίωμα στην ευτυχία]. Δεν έχει βιβλία στο ράφι, δεν γνωρίζει ούτε το όνομά της ούτε τον πατέρα της, και φαντάζεται ένα μέρος δίπλα στον ωκεανό όπου το μόνο σχέδιο είναι «l’espoir» [η ελπίδα]. Η εικόνα είναι απλή και όμορφη: να αφήσουμε τις πόλεις, να βρούμε ένα δέντρο και να φτάσουμε στην «autre rive» [την άλλη όχθη].
Ο αφηγητής απαντά με υπερβολικές, σχεδόν ονειρικές εικόνες: «j’ai marché dans le désert, dans le fond de la mer» [περπάτησα στην έρημο, στον βυθό της θάλασσας], αλλά τίποτα από όσα είδε δεν ήταν τόσο όμορφο όσο το πρόσωπο που έχει απέναντί του. Το ζευγάρι παρουσιάζεται σαν «deux coeurs solitaires» [δύο μοναχικές καρδιές], κλεισμένο «sous une serre» [κάτω από ένα θερμοκήπιο], να περιμένει το bonheur [την ευτυχία] μέσα στο σκοτάδι. Η φράση «débrancher les villes» [να αποσυνδέσουμε τις πόλεις] είναι κυριολεκτικά μια εικόνα απομάκρυνσης από τον θόρυβο και τη ζωή που μας κατακλύζει. Κι έτσι, το τραγούδι αφήνει την ελπίδα να μοιάζει με την τελευταία ευκαιρία πριν χαθεί η παιδικότητα, αλλά και με κάτι πολύ συγκεκριμένο: έναν ωκεανό, ένα δέντρο, μια άλλη όχθη και έναν άνθρωπο που αξίζει περισσότερο από έρημους και βυθούς.