Η λέξη «lençóis» σημαίνει «σεντόνια». Είναι μια λέξη που, αν και καθημερινή, αποκτά μια ιδιαίτερη, σχεδόν ποιητική, διάσταση στο πλαίσιο του τραγουδιού.
Εδώ, ο Nuno Ribeiro τραγουδά «voávamos debaixo dos lençóis» (πετούσαμε κάτω από τα σεντόνια), χρησιμοποιώντας τα σεντόνια ως σύμβολο οικειότητας, πάθους και των κοινών στιγμών που μοιράστηκε με την αγαπημένη του. Αυτή η φράση δημιουργεί μια ζωντανή εικόνα της χαμένης αγάπης και της νοσταλγίας.
Το «Maria Joana» είναι ένα ρυθμικό ποπ κομμάτι γεμάτο νοσταλγία, όπου ο Nuno Ribeiro ενώνει τις δυνάμεις του με τους Calema και τη σπουδαία Mariza. Η ιστορία ξεκινά με μια μεγάλη μετακόμιση: ο αφηγητής αφήνει τον πορτογαλικό Βορρά και κατεβαίνει στην πρωτεύουσα για να κυνηγήσει ένα όνειρο («Eu vim do norte direto a Lisboa» [Ήρθα από τον βορρά κατευθείαν στη Λισαβόνα]). Μόνο που η ζωή εκεί χωρίς το ταίρι του αποδεικνύεται άνοστη. Μάλιστα, χρησιμοποιεί μια πολύ χαρακτηριστική εικόνα για να το πει: το παραδοσιακό σάντουιτς του Πόρτο δεν έχει πια καυτερή γεύση («A francesinha já não tem picante» [Η φρανσεζίνια δεν έχει πια πικάντικη σάλτσα]) επειδή του λείπουν τα φιλιά της.
Όλο το κομμάτι κινείται γύρω από τη λέξη-κλειδί των Πορτογάλων, τη βαθιά λαχτάρα που ακούει στο όνομα saudade («Mas a saudade vai continuar / No meu peito a chamar» [Μα η νοσταλγία θα συνεχίσει / Στο στήθος μου να φωνάζει]). Οι νύχτες περνούν χωρίς ύπνο και τα δάκρυα γίνονται ποτάμι, γι' αυτό και η λύση που προτείνει είναι απλή, άμεση και πρακτική: της ζητάει απλώς να μπει στο πρώτο λεωφορείο και να έρθει να μείνει για πάντα δίπλα του («Apanha o primeiro autocarro / Vem ficar p'ra sempre do meu lado» [Πάρε το πρώτο λεωφορείο / Έλα να μείνεις για πάντα στο πλευρό μου]).