Luunmurskaaja σημαίνει κυριολεκτικά «συντριπτικό των οστών». Είναι μια σύνθετη και πολύ δυνατή λέξη που δεν συναντάται συχνά στην καθημερινή ομιλία ή σε τραγούδια.
Στο τραγούδι, η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια αδίστακτη, ανελέητη δύναμη, πιθανώς αναφερόμενη στην μοίρα ή σε μια καταστροφική δύναμη που συνδέεται με τις «πέτρες» (kivet) του τίτλου. Η έντονη εικόνα που δημιουργεί την καθιστά αξιομνημόνευτη και ενδιαφέρουσα.
Το "Kiviä" ("Πέτρες") του Marco Hietala μας ταξιδεύει σε έναν κόσμο γεμάτο σκληρές εικόνες και μεταφορές. Ο αφηγητής ξεκινάει ανέμελος, αλλά σύντομα βρίσκει "κίβι σαππάισιιν" [πέτρες στη χολή του] από τα λόγια κάποιου, νιώθοντας ένα βάρος που τον εμποδίζει να τραγουδήσει. Είναι μια αίσθηση ότι οι λέξεις μπορούν να πληγώσουν βαθιά, αφήνοντας μια πικρία που μένει.
Η εικόνα των πετρών κυριαρχεί: από τις "λουοδίτ αβαρουουντεν" [σφαίρες του διαστήματος] που τον κάνουν να αιωρείται στο κενό και να συγκρούεται με βουνά, μέχρι τις "κίβετ σουύρεν τάιβααν" [πέτρες του μεγάλου ουρανού] και τις "κίβετ μααχαν χαουτάαν" [πέτρες που θάβονται στη γη]. Οι πέτρες εδώ είναι σύμβολα κρίσης, θανάτου, αλλά και δύναμης. Η αναφορά στην πυραμίδα ως "κότι κουολλείδεν" [σπίτι των νεκρών] και τα γραμμένα μηνύματα στους ογκόλιθους, μας υπενθυμίζει την αιωνιότητα και την κληρονομιά που αφήνουν οι πέτρες, είτε είναι μνημεία είτε όπλα. Είναι ένα τραγούδι που σε κάνει να σκεφτείς τη βαρύτητα των πράξεων και των λέξεων.