Το schuilen σημαίνει κυριολεκτικά «κρύβομαι» ή «προστατεύομαι από κάτι», συχνά όπως κάποιος κρύβεται από τη βροχή. Στο τραγούδι, όμως, χρησιμοποιείται μεταφορικά: η ηρωίδα κρύβει τον πραγματικό της εαυτό και το «καλύτερο εγώ» της πίσω από μια προσποιητή εικόνα.
Στο «Ze Huilt Maar Ze Lacht» («Κλαίει, αλλά γελάει»), η Maan, καλλιτέχνιδα από την Ολλανδία, ακολουθεί μια γυναίκα που κάθεται μόνη στο τρένο, χωμένη στο παλτό της, και κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Αναρωτιέται «Hoe zou het voelen jezelf te zijn?» («Πώς θα ήταν να είσαι ο εαυτός σου;»), επειδή το να δείχνεις ποια πραγματικά είσαι μερικές φορές πονάει. Στον κόσμο των στίχων, εκείνη λέει στους άλλους πως όλα είναι «altijd okay» («πάντα εντάξει»), επαναλαμβάνει όσα λένε όλοι και γελάει, ενώ μέσα της κλαίει. Η φράση «Ze huilt maar ze lacht» («Κλαίει, αλλά γελάει») είναι απλή και λίγο πικρή: το χαμόγελο λειτουργεί σαν κρυψώνα.
Στην πόλη βλέπει την αντανάκλασή της σε ένα παράθυρο, αναγνωρίζει ποια είναι, αλλά δεν θέλει να γίνει αυτή η εκδοχή του εαυτού της. Τότε εμφανίζεται η ερώτηση που αλλάζει την κατεύθυνση του τραγουδιού: «Wat als ze morgen besluit niet te schuilen?» («Τι θα γινόταν αν αύριο αποφάσιζε να μην κρύβεται;»). Θα την αγαπούν ακόμη οι φίλοι της αν ανταλλάξει το «καλύτερο» πρόσωπο που δείχνει με το αληθινό της; Το «ze laat het los» σημαίνει «το αφήνει», σαν να χαλαρώνει επιτέλους τη λαβή της πάνω στην προσποίηση. Στο τέλος, η αφήγηση περνά από το «εκείνη» στο «εγώ»: ο αφηγητής βρίσκεται μόνος στο τρένο και παραδέχεται «soms doet het pijn als ik huil, maar ik lach» («μερικές φορές πονάει όταν κλαίω, αλλά γελάω»).