Funambule σημαίνει «σχοινοβάτης», δηλαδή κάποιος που κινείται πάνω σε τεντωμένο σκοινί, προσπαθώντας να κρατήσει την ισορροπία του. Είναι μια ιδιαίτερη και ποιητική λέξη που δεν εμφανίζεται συχνά σε καθημερινά τραγούδια.
Στο τραγούδι, το «En funambule» λειτουργεί μεταφορικά: η Louane νιώθει σαν να περπατά σε τεντωμένο σκοινί, ευάλωτη και ασταθής, ενώ εξακολουθεί να σκέφτεται το άτομο που έχασε.
Το «On Était Beau» σημαίνει «Ήμασταν όμορφοι» και μιλά για μια σχέση που τελείωσε, αλλά συνεχίζει να υπάρχει παντού στο μυαλό της αφηγήτριας. Στους δρόμους, κάτω από τα φανάρια, μέσα στη νύχτα, όταν ξυπνά ή όταν δεν μπορεί να κοιμηθεί, σκέφτεται συνεχώς το ίδιο πρόσωπο: «Je pense à toi» [Σε σκέφτομαι]. Η επανάληψη κάνει αυτή τη σκέψη να μοιάζει ασταμάτητη, σχεδόν εμμονική. Ακόμη και το «C’est plus pareil» [Δεν είναι πια το ίδιο] δείχνει πόσο έχει αλλάξει η καθημερινότητά της μετά τον χωρισμό.
Η πιο δυνατή ιδέα βρίσκεται στο ρεφρέν: «On accélérait sans freins» [Επιταχύναμε χωρίς φρένα] και «On s’aimait trop / Pour s’aimer bien» [Αγαπιόμασταν υπερβολικά / για να αγαπιόμαστε σωστά]. Η σχέση είχε ομορφιά και στιγμές όπου χαμογελούσαν χωρίς λόγο, όμως προχωρούσε ανεξέλεγκτα. Τώρα εκείνη νιώθει ότι παραπατά «En funambule» [Σαν ακροβάτης σε σκοινί], ασφυκτιά, χάνει την ανάσα της και βρίσκεται «Au bord du gouffre» [Στην άκρη της αβύσσου]. Το γαλλικό «j’suis» είναι καθημερινή, σύντομη μορφή του «je suis» [είμαι], ενώ το «je découche» σημαίνει ότι περνά τη νύχτα έξω από το σπίτι. Οι εικόνες αυτές κάνουν το τραγούδι άμεσο: μια παλιά αγάπη ήταν όμορφη, αλλά η ανάμνησή της έχει γίνει βάρος που ακολουθεί την αφηγήτρια σε κάθε δρόμο.