Η λέξη refém σημαίνει «όμηρος». Είναι μια δυνατή και κάπως δραματική λέξη που δεν συναντάμε συχνά σε τραγούδια.
Σε αυτό το τραγούδι, ο João Gomes τη χρησιμοποιεί μεταφορικά για να εκφράσει πόσο αιχμάλωτος είναι από την αγάπη του. Τραγουδάει «Do seu amor, sou refém» (Είμαι όμηρος της αγάπης σου), δημιουργώντας μια έντονη εικόνα του να είναι εντελώς παραδομένος και αιχμάλωτος από τα συναισθήματά του. Αυτή η ποιητική χρήση την καθιστά μια πραγματικά αξιομνημόνευτη λέξη.
Το «Lembrei De Nós» («Θυμήθηκα εμάς») είναι μια τρυφερή ανάμνηση ενός έρωτα που γεμίζει τη νύχτα. Όταν φεύγει ο ήλιος, το αγαπημένο πρόσωπο εμφανίζεται τόσο λαμπερό ώστε «Quando o Sol vai, você vem / Pra competir com as estrelas» [Όταν φεύγει ο ήλιος, έρχεσαι εσύ / για να συναγωνιστείς τα αστέρια]. Η εικόνα είναι παιχνιδιάρικη και υπερβολική με τον όμορφο τρόπο των ερωτικών τραγουδιών. Ο αφηγητής λέει πως είναι «refém» του έρωτα [όμηρος του έρωτά σου], δηλαδή νιώθει εντελώς παραδομένος, ενώ το άλλο πρόσωπο είναι η σιγουριά του.
Η ανάμνηση γίνεται πιο προσωπική: «Embaixo dos lençóis / Viajando sem sair do quarto» [Κάτω από τα σεντόνια / ταξιδεύοντας χωρίς να φύγουμε από το δωμάτιο]. Το ζευγάρι ονειρεύεται ξύπνιο, και το αγαπημένο πρόσωπο γίνεται «meu norte» [ο βορράς μου, η κατεύθυνσή μου] και «minha sorte» [η τύχη μου]. Η φράση «a razão do meu corre» σημαίνει κυριολεκτικά «ο λόγος για το τρέξιμό μου», δηλαδή εκείνος ή εκείνη δίνει κίνητρο σε όλες τις προσπάθειες του αφηγητή. Και το «Você me envolve, você me resolve» [Με τυλίγεις, με ξεμπερδεύεις] είναι υπέροχα άμεσο: αυτός ο έρωτας τον περιβάλλει και, κατά κάποιον τρόπο, βάζει τα πράγματα στη θέση τους.