Η λέξη Беззвездной σημαίνει «χωρίς αστέρια» ή «άστρη». Είναι μια ποιητική και ατμοσφαιρική λέξη που δεν συναντάται συχνά στην καθημερινή ομιλία.
Στο τραγούδι, ο Boris Grebenshchikov τη χρησιμοποιεί για να περιγράψει μια «άστρη νύχτα» (Беззвездной ночью), δημιουργώντας μια εικόνα σκοταδιού και ίσως μοναξιάς, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη φαινομενική γιορτή του «Πάρτι της Συγκομιδής».
Το τραγούδι μοιάζει με παράξενη πορεία προς έναν προορισμό που είναι ταυτόχρονα γιορτή και ερείπιο. Ο τίτλος, «Праздник урожая во Дворце труда», σημαίνει «Γιορτή της συγκομιδής στο Παλάτι της Εργασίας»: μια επίσημη, σχεδόν πανηγυρική εικόνα, όμως οι στίχοι τη γεμίζουν με στάχτη, χαλασμένα τρένα και έναν μαέστρο που δεν ακούει. «Сколько мы ни пели всё равно, что молчали» [Όσο κι αν τραγουδούσαμε, ήταν σαν να σωπαίναμε] λέει ο αφηγητής, κι έτσι «наша святая вода» [το αγιασμένο νερό μας] έχει γίνει νεκρό. Οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεφύγουν από μια «зона» [ζώνη, ένας περιορισμένος ή επικίνδυνος χώρος], αλλά δεν βρίσκουν δρόμο: «Мы знаем, что дороги нет» [Ξέρουμε πως δεν υπάρχει δρόμος].
Κι όμως, όλοι κατευθύνονται προς τη γιορτή. Η Ρόζα από το κολχόζ, δηλαδή από τον συνεταιριστικό αγροτικό οικισμό, και η Μαρία «Подвенечная птица» [η Νυφική Πουλί], μια αλλόκοτη ποιητική φιγούρα, είναι έτοιμες να δώσουν ό,τι έχουν για ένα εισιτήριο. Γύρω τους, ένας σάτυρος κρύβεται στο χωράφι, ένα αστέρι που έπεσε από τον ουρανό χτυπά την πόρτα, μαύρη καπνιά βρίσκεται σε κόκκινα καζάνια και τα «холсты Эрмитажа» [οι καμβάδες του Ερμιτάζ] πατιούνται από τους περαστικούς. Η εικόνα είναι παράλογη και ταυτόχρονα πολύ συγκεκριμένη: ένας κόσμος όπου η τέχνη, η εργασία, η πίστη και η μηχανή έχουν χάσει τη θέση τους. Στο τέλος, «Беззвёздной ночью я буду ждать на причале» [Σε μια νύχτα χωρίς αστέρια θα περιμένω στην αποβάθρα], ενώ η φράση «Мы в самом начале» [Είμαστε μόλις στην αρχή] αφήνει τη γιορτή να μοιάζει όχι με τέλος, αλλά με την είσοδο σε κάτι ακόμη πιο άγνωστο.