Η λέξη vääpeleitä είναι ο πληθυντικός της λέξης "vääpeli", που σημαίνει λοχίας ή υπαξιωματικός. Είναι μια ενδιαφέρουσα λέξη γιατί δεν είναι καθημερινή και αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη στρατιωτική τάξη.
Στο τραγούδι, ο Anssi Kela αναφέρεται σε διάφορα επαγγέλματα που ακολούθησαν οι παιδικοί του φίλοι, όπως «muurareita» (χτίστες), «taksikuskeja» (ταξιτζήδες) και «vääpeleitä» (λοχίες). Αυτό το εύρος επαγγελμάτων δείχνει την ποικιλία των μονοπατιών που ακολούθησαν οι άνθρωποι από την παιδική ηλικία, καθιστώντας τη λέξη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της εξέλιξης των χαρακτήρων.
Το «1972» μοιάζει με μια αλλόκοτη και πολύ αστεία συνάντηση παλιών συμμαθητών. Ο αφηγητής θυμάται τον Κρίστιαν, τη Σουσάνα, τον Νού́μελιν, τον Ρούπε και άλλους, όπως ήταν στο σχολείο, και τους βλέπει όπως είναι τώρα. Κάποιοι έμειναν σχεδόν ίδιοι, όπως ο Νού́μελιν με «Nuo samat rillit vieläkin» [τα ίδια γυαλιά ακόμα], ενώ άλλοι πήραν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Η Σουσάνα ξύρισε το κεφάλι της και ζει με μια γυναίκα, ο παλιός αθλητής Νούρμινεν θα γινόταν επαγγελματίας αν δεν είχε πέσει μεθυσμένος σε λατομείο, και η όμορφη Γιάσμιν εξακολουθεί να διηγείται πως έφτασε στον τελικό του διαγωνισμού «Μις Λόχια». Οι λεπτομέρειες είναι επίτηδες υπερβολικές και κάνουν τη νοσταλγία να σκοντάφτει πάνω στο κωμικό.
Το ρεφρέν θυμάται τα μεγάλα σχέδια της νεότητας: «Meidän piti muuttaa maailmaa» [Έπρεπε να αλλάξουμε τον κόσμο]. Τελικά οι μαθητές έγιναν χτίστες, ταξιτζήδες, τσαγκάρηδες, μονογονείς, έμποροι αυτοκινήτων, γιατροί και δημόσιοι υπάλληλοι. Το «vääpeli» είναι στρατιωτικός βαθμός, περίπου λοχίας. Για λίγο όμως, όταν σηκώνουν τα ποτήρια ή φορούν τα παλιά καπέλα, «Tänään voidaan hetki olla kuninkaita» [Σήμερα μπορούμε για λίγο να είμαστε βασιλιάδες]. Η φράση «Mitä vanhemmiksi vartutaan, sitä tyhmemmiksi muututaan» [όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο χαζοί γινόμαστε] είναι θαυμάσια ξερή, και η εικόνα με το κλειδί που δεν ανοίγει την πόρτα, ενώ ρούχα πετούν από το παράθυρο, δείχνει έναν γάμο ή έναν καβγά χωρίς καμία εξήγηση. Στο τέλος, ένας παλιός φίλος έχει γίνει τόσο μακρινός ώστε το μόνο που μπορεί να πει είναι «Oli kiva nähdä» [Χάρηκα που σε είδα].