Saudade είναι μια μοναδική πορτογαλική λέξη που δεν έχει ακριβή μετάφραση σε άλλες γλώσσες. Περιγράφει ένα βαθύ συναίσθημα νοσταλγίας, μελαγχολίας και λαχτάρας για κάτι ή κάποιον που έχει χαθεί ή λείπει, συχνά με την επίγνωση ότι μπορεί να μην επιστρέψει ποτέ.
Στο τραγούδι, ο Amado Batista τραγουδά για έναν έρωτα που είχε "με γεύση saudade" ("com sabor de saudade"), υποδηλώνοντας ότι ακόμα και οι όμορφες αναμνήσεις του παρελθόντος είναι πλέον γεμάτες με αυτή τη γλυκόπικρη αίσθηση απώλειας και λαχτάρας.
Αυτό το τραγούδι είναι μια γλυκόπικρη ανάμνηση ενός παλιού έρωτα. Ο τραγουδιστής μιλάει για έναν «amor tão bonito» [τόσο όμορφο έρωτα], έναν από εκείνους που σε «matam com sabor de saudade» [σκοτώνουν με γεύση νοσταλγίας]. Είναι σαφές ότι αυτός ο έρωτας ήταν πολύ σημαντικός για εκείνον, αλλά τώρα νιώθει μόνος.
Παρόλο που ήταν «bonito demais» [πάρα πολύ όμορφο], ο τραγουδιστής αναγνωρίζει ότι το άτομο δεν «merece tanta dor» [δεν αξίζει τόσο πόνο] πια. Ήταν «rico de amor» [πλούσιος σε αγάπη] κάποτε, αλλά τώρα είναι «tão só» [τόσο μόνος]. Είναι μια ιστορία για το πώς μια μεγάλη αγάπη μπορεί να αφήσει πίσω της τόσο όμορφες αναμνήσεις όσο και ένα αίσθημα μοναξιάς.