Το castiço είναι μια ενδιαφέρουσα λέξη που σημαίνει «καθαρόαιμος» ή «γνήσιος», αλλά συχνά χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που είναι τυπικό ή αυθεντικό σε μια συγκεκριμένη περιοχή ή κουλτούρα.
Στο τραγούδι, η φράση «o meu fado é castiço, é mestiço» (η μοίρα μου είναι γνήσια, είναι μεικτή) είναι ιδιαίτερα ποιητική. Εδώ, το castiço υποδηλώνει την αυθεντικότητα και τη βαθιά ριζωμένη φύση της ταυτότητας του αφηγητή, η οποία είναι ταυτόχρονα «γνήσια» και «μεικτή» λόγω των ποικίλων προγόνων του.
Στο «Quem Me Vê» («Όποιος με βλέπει»), οι Os Quatro E Meia και ο Luís Trigacheiro κοιτούν την ταυτότητα σαν οικογενειακό άλμπουμ που συνεχίζει να μεγαλώνει. Ο αφηγητής λέει πως όποιος τον βλέπει δεν γνωρίζει πραγματικά ποιος είναι: βλέπει «το βλέμμα της μητέρας μου», που εκείνη το κληρονόμησε από τον παππού του, και αναγνωρίζει στον χαρακτήρα του τον πατέρα του, μαζί με μια αλυσίδα προγόνων. Όμως ο ίδιος δεν είναι αντίγραφο ενός μόνο ανθρώπου. Είναι «λίγο από την ουσία τόσων ανθρώπων» και «μείγμα από τόσα διαφορετικά πράγματα».
Η πιο όμορφη ιδέα έρχεται όταν μιλά για την «serra» («οροσειρά» ή «βουνά») του προπάππου του προπάππου του, ενός ανθρώπου που γύρισε από τόπο σε τόπο και από πόλεμο σε πόλεμο, αφήνοντας άθελά του το σημάδι του στις επόμενες γενιές. Η λέξη «fado» εδώ σημαίνει τη μοίρα ή το πεπρωμένο του, ενώ το «castiço» δηλώνει κάτι αυθεντικό, με έντονο τοπικό χαρακτήρα, και το «mestiço» κάτι αναμειγμένο, φτιαγμένο από διαφορετικές καταβολές. Έτσι, το τραγούδι λέει με απλό και περήφανο τρόπο: «ο fado μου είναι αυθεντικός, είναι ανάμεικτος, κι αυτό είμαι». Και η επανάληψη του «όπως ήταν ο παππούς μου» αφήνει την καταγωγή να επιστρέφει ξανά και ξανά, σαν φωνή που δεν θέλει να ξεχαστεί.