Garn σημαίνει «νήμα» ή «κλωστή», μια πιο ιδιαίτερη και ποιητική λέξη από το συνηθισμένο tråd («κλωστή»). Στο τραγούδι περιγράφει τη μύτη του αρκουδιού, που είναι φτιαγμένη από νήμα, προσθέτοντας μια τρυφερή, χειροποίητη λεπτομέρεια στη νοσταλγική ανάμνηση του παιδικού παιχνιδιού.
Το «Teddybjörnen Fredriksson» του Σουηδού καλλιτέχνη Lars Berghagen είναι μια τρυφερή ιστορία για ένα αρκουδάκι που γίνεται ο πρώτος μεγάλος φίλος ενός παιδιού. Όταν ο αφηγητής γίνεται τεσσάρων ετών, ο πατέρας του τού χαρίζει τον Φρέντρικσον. Η φράση «En gång var han bara min» [Κάποτε ήταν μόνο δικός μου] δείχνει πόσο προσωπικός ήταν αυτός ο δεσμός. Το αρκουδάκι έχει μύτη από νήμα, ζεσταίνει το κρεβάτι κάθε βράδυ και, όταν το παιδί αρρωσταίνει, γίνεται ακόμη και μαξιλάρι για να κοιμηθεί στην αγκαλιά του. Το όνομα του τραγουδιού σημαίνει κυριολεκτικά «Το αρκουδάκι Φρέντρικσον».
Μετά τα χρόνια, ο αφηγητής ξεχνά τον παλιό του φίλο, παντρεύεται και αποκτά παιδί. Όταν η κόρη του γίνεται κι εκείνη τεσσάρων ετών, ο πατέρας της τής χαρίζει ένα αρκουδάκι. Εκείνη η στιγμή ξαναφέρνει στη μνήμη τον Φρέντρικσον και τη φράση «Han var min bästa vän» [Ήταν ο καλύτερός μου φίλος]. Είναι ένα όμορφο πέρασμα από την παιδική ηλικία στη γονεϊκότητα, με το ίδιο απλό δώρο να ενώνει δύο γενιές. Και το πιο γλυκό είναι πως η μύτη του αρκουδιού παραμένει «av garn» [από νήμα], σαν μικρή λεπτομέρεια που ο χρόνος δεν κατάφερε να σβήσει.