Jalustal είναι η σύντομη, αργκό μορφή της λέξης jalustalla, που σημαίνει "σε βάθρο" ή "σε βάση". Είναι μια ενδιαφέρουσα επιλογή γιατί δεν είναι μια συνηθισμένη λέξη που θα συναντήσεις καθημερινά.
Στο τραγούδι, ο Juno λέει "Mä diggaan nostaa sut jalustal", που σημαίνει "Μου αρέσει να σε ανεβάζω σε βάθρο". Χρησιμοποιεί αυτή τη φράση για να εκφράσει τον θαυμασμό του και το πόσο εκτιμά το άτομο για το οποίο τραγουδά, τοποθετώντας το σε μια θέση τιμής και σεβασμού.
Το «Diggaan» είναι ένα γεμάτο αυτοπεποίθηση φλερτ, με χιούμορ και ρυθμό. Η φινλανδική λέξη diggaan σημαίνει «γουστάρω», «μου αρέσει πολύ» ή «το απολαμβάνω». Ο αφηγητής λέει «Mä diggaan vähän kaikenlaista» [Μου αρέσουν λίγο απ’ όλα] και «Sun seuras mulle maittaa» [Μου αρέσει η παρέα σου], χωρίς διάθεση να αλλάξει πορεία: «en oo vaihtamas kaistaa» [δεν αλλάζω λωρίδα]. Θέλει να ανεβάσει το άτομο που θαυμάζει «jalustal» [σε βάθρο] και το συγκρίνει με ένα καλό τραγούδι που παίζει ξανά και ξανά, αφού κάθε beat κάνει την καρδιά του να χτυπά. Το φλερτ είναι άμεσο, αλλά και παιχνιδιάρικο: ο άλλος άνθρωπος είναι «korvaamaton» [αναντικατάστατος], σαν κιθαρίστας που χρειάζεται η μουσική.
Η δεύτερη πλευρά του τραγουδιού είναι η απόλαυση της διαδρομής. Ο αφηγητής έχει στόχο, όμως προτιμά να πάει χαλαρά, σαν να γεύεται αργά το φαγητό, πριν από ένα κομψό βράδυ και μια αυριανή συναυλία. Μετά οι εικόνες απογειώνονται: κιθάρες, κοντραμπάσο, πιάνο, σαξόφωνο, πυραύλοι, πεφταστέρια, αιώρες και τραπέζια. Ακόμη και το «Joo mä diggaan nostaa sut jalustal» [Ναι, μου αρέσει να σε ανεβάζω σε βάθρο] ακούγεται λίγο υπερβολικό, αλλά αυτό ακριβώς είναι το κέφι του κομματιού. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: ακολουθεί τα όνειρά του, δεν προσπερνά ό,τι τον κάνει να περνά καλά και, όταν λέει «Beibi sä voit luottaa siihen etten trippaa» [Μωρό μου, μπορείς να εμπιστευτείς ότι δεν θα τα χάσω], το «trippaa» λειτουργεί ως slang για το να πανικοβληθεί ή να φερθεί περίεργα.