Güya σημαίνει "υποτίθεται" ή "δήθεν". Είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται για να εκφράσει αμφιβολία ή σκεπτικισμό για την αλήθεια μιας δήλωσης.
Στο τραγούδι, η Irmak Arıcı χρησιμοποιεί το "güya" επανειλημμένα για να τονίσει την ειρωνεία και την απογοήτευση. Η φράση "O da aşıkmış bana güya" (Υποτίθεται ότι κι αυτός ήταν ερωτευμένος μαζί μου) δείχνει ότι η αγάπη του ήταν ψεύτικη ή επιφανειακή, καθιστώντας τη λέξη κεντρική στο συναισθηματικό μήνυμα του τραγουδιού.
Στο «Güya» της Τουρκάλας Irmak Arıcı, κάποιος περνά μια νύχτα χωρισμού που μοιάζει ατελείωτη. «Bu gecenin sabahı olmayacak» [Αυτή η νύχτα δεν θα ξημερώσει] λέει, ενώ ξέρει πως το κενό του άλλου δεν θα καλυφθεί. Είχε τόσα να πει, όμως η γλώσσα του μένει σιωπηλή. Έχει μαζέψει τα πράγματά του και ζητά από τους φίλους του να μην του πάρουν το ποτήρι: «Daha çok içesim var» [Θέλω να πιω κι άλλο]. Το -esim var δηλώνει έντονη επιθυμία, σαν να λέει «μου έρχεται πολύ να…».
Η εικόνα μετά γίνεται υπερβολική και λίγο μαύρα αστεία: για «έναν άτιμο» άνθρωπο, ή έναν άνθρωπο χωρίς αρχές, νιώθει πως θα μπορούσε ακόμη και να μπλέξει με την αστυνομία. Η φράση «Karakolluk olasım var» [Νιώθω πως θέλω να καταλήξω στο αστυνομικό τμήμα] είναι καθημερινός τρόπος να πει ότι είναι έτοιμος να κάνει μεγάλη ανοησία. Και τότε έρχεται το «Güya», που σημαίνει «δήθεν», «υποτίθεται» ή «τάχα». «Bu bi rüya» [Αυτό είναι ένα όνειρο] λέει, και μετά το πιο πικρό «O da aşıkmış bana güya» [Τάχα ήταν κι εκείνος ερωτευμένος μαζί μου]. Το τραγούδι αφήνει επίτηδες την αγάπη μέσα στην αμφιβολία: ίσως ήταν αληθινή, ίσως ήταν μόνο μια ιστορία που ο αφηγητής ήθελε να πιστέψει.