Η λέξη tvivelaktig σημαίνει «αμφίβολος» ή «ύποπτος». Είναι μια ενδιαφέρουσα λέξη που δεν συναντάμε συχνά σε τραγούδια, προσδίδοντας μια ιδιαίτερη χροιά στους στίχους.
Στο τραγούδι, ο Cornelis Vreeswijk αυτοχαρακτηρίζεται ως «en tvivelaktig figur» (μια αμφίβολη/ύποπτη φιγούρα), εκφράζοντας μια αίσθηση αυτοσαρκασμού και ταπεινότητας. Αυτή η επιλογή λέξης αναδεικνύει την ποιητική διάθεση του τραγουδιού και την εσωτερική αναζήτηση του καλλιτέχνη.
Το τραγούδι αρχίζει με μια απλή, πολύ δυνατή εικόνα: «Somliga går med trasiga skor» [Μερικοί περπατούν με σκισμένα παπούτσια]. Αμέσως μετά ρωτά «Säg, vad beror det på?» [Πες, σε τι οφείλεται αυτό;]. Η φωνή του τραγουδιού στρέφεται προς τον Θεό, που «Blundar och sover sött» [κλείνει τα μάτια και κοιμάται γλυκά], και τον κατηγορεί με πικρό χιούμορ: ποιος νοιάζεται για τα σκισμένα παπούτσια ενός ανθρώπου όταν είναι πια γέρος και κουρασμένος; Η αδικία δεν παρουσιάζεται σαν μεγάλη θεωρία. Είναι ένα ζευγάρι παπούτσια που δεν αντέχει άλλο, ενώ κανείς δεν φαίνεται να αναλαμβάνει την ευθύνη.
Έπειτα, ο αφηγητής κοιτάζει τον χρόνο και τον θάνατο χωρίς πολλές αυταπάτες. Σε εκατό χρόνια, «Medborgare om etthundra år / Finns du ej längre till» [Πολίτη του μέλλοντος / δεν θα υπάρχεις πια], και κάποιος άλλος θα έχει πάρει τη θέση σου. Ο ίδιος δηλώνει «Jag bryr mig inte ett spår» [Δεν με νοιάζει καθόλου], αρκεί να κρατήσει το πρόσωπό του κρυμμένο «i min älsklings hår» [στα μαλλιά του αγαπημένου μου προσώπου]. Είναι μια μικρή, τρυφερή αντίσταση απέναντι στη φθορά. Παρ’ όλα αυτά, ονομάζει τον εαυτό του «en tvivelaktig figur» [μια αμφίβολη φιγούρα] και ξέρει ότι ο θάνατος παραμονεύει πίσω από μια γωνία. Στο τέλος, τα σκισμένα παπούτσια συνεχίζονται «tills de har slutat gå» [ώσπου να πάψουν να περπατούν], ενώ ο διάβολος γελά. Το αποτέλεσμα είναι πικρό, σαρκαστικό και παράξενα τρυφερό: ο κόσμος αδιαφορεί, ο χρόνος προχωρά, όμως η αγάπη στα μαλλιά του αγαπημένου προσώπου αξίζει ακόμη μια στιγμή.